ἐρημονόμος

ἐρημο-νόμος, ον,
A haunting the wilds,

θεαί A.R.4.1333

;

θῆρες AP6.184

(Zos.); also in late Prose,

ζῷα ἐ. Agath.2.24

.
II ἐρημόνομος, ον, desolate, λόχμη, πόντος, Nonn.D.37.12, 47.510.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερημονόμος — ἐρημονόμος, ον και έρημόνομος, ον (Α) 1. αυτός που συχνάζει στην έρημο («ἐρημονόμοι θεαί») 2. έρημος, ακατοίκητος («ἐρημονόμος λόχμη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερημο (< έρημος*) + νομός (< νέμω) πρβλ. ορειο νόμος] …   Dictionary of Greek

  • ἐρημονόμος — ἐρημόνομος masc/fem nom sg ἐρημονόμος haunting the wilds masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρημονόμα — ἐρημόνομος neut nom/voc/acc pl ἐρημονόμος haunting the wilds neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρημονόμοι — ἐρημόνομος masc/fem nom/voc pl ἐρημονόμος haunting the wilds masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρημονόμοιο — ἐρημόνομος masc/fem/neut gen sg (epic) ἐρημονόμος haunting the wilds masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρημονόμοις — ἐρημόνομος masc/fem/neut dat pl ἐρημονόμος haunting the wilds masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρημονόμου — ἐρημόνομος masc/fem/neut gen sg ἐρημονόμος haunting the wilds masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρημονόμων — ἐρημόνομος masc/fem/neut gen pl ἐρημονόμος haunting the wilds masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρημονόμῳ — ἐρημόνομος masc/fem/neut dat sg ἐρημονόμος haunting the wilds masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -νόμος — και νομος (ΑΜ νόμος και νομος) β συνθετικό πολλών ουσιαστικών και επιθέτων τής Ελληνικής που ανάγεται στο ουσιαστικό νόμος. Τα σύνθετα αυτά εμφανίζονται τόσο ως προπαροξύτονα όσο και ως παροξύτονα. Τα προπαροξύτονα σε νομος είναι εκείνα τών… …   Dictionary of Greek

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.